Επίσκεψη στην Εκθεση ¨”Κυκλαδίτισσες”
22 Μαρτίου 2025
Ελπίδα
23 Μαρτίου 2025

Συριανές Ιστορίες

ΣΥΡΙΑΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

… ΓΛΕΝΤΙ ΤΡΙΚΟΥΒΕΡΤΟ …

Από τον Τάκη Κυρυτσόπουλο

Ο πορτιέρης του λαϊκού κέντρου «Σουρωμένο Φεγγάρι», … με λιβρέα ξεπεσμένου Εγγλέζου μπάτλερ, κοψομεσιάστηκε στις υποκλίσεις, όταν η παρέα έφτασε στην είσοδο.      

– Μπούγιουρουμ … Περάστε, ορίστε …

– Εσένα χαιρετάει πιότερο, Αραμπά …

– Ε, διαθέτουμε κι ένα πρεστίζ στο μαχαλά! 

– Κρατάς λιανά απάνω σου, πατέρα, να δώκω μπαξίσι στον πορτιέρη;

– Για κάνε μου τη χάρη, Θράσο. Είπαμε, όλα κερασμένα από πάρτη μου, επενέβη ο Αραμπάς βάζοντας το χέρι στην τσέπη.  

– Καλέ, δεν ξέρετε τι περήφανος άνθρωπος είναι ο Αραμπάς μου, καμάρωσε η Ευδοξία …

Ο γαλονάτος τσίμπησε το κέρμα κι έτριβε τα μάτια του …    

– Ο Θεός σχωρέσ’ τα ποθαμένα σας, είπε τρεις φορές, φιλώντας το χέρι του Αραμπά.

Την απορία όλων την έλυσε το γκαρσόνι με το παπιόν, που είχε τρέξει στην πόρτα να τους υποδεχτεί.    

– Επειδής δε μποράγαμε απόψε να βρούμε πορτιέρη κανονικό, επιστρατέψαμε το … ζητιάνο της περιοχής!  

====

– Δεν κάνουμε ένα ντού, πρότεινε ο Θράσος, ενώ παρατηρούσε, πως ταμείο πρέπει να ’κανε η Ευδοξία, αν έκρινε απ’ τις παραφουσκωμένες τσέπες του φουστανιού της!     

– Δεν είναι φρόνιμο να κουβαλάς απάνω σου παράδες, κυρά Βδοξία. Θα σε … λαχανέψουνε, της είπε εμπιστευτικά … 

– Πού τις είδες, βρε Θράσο τις παράδες; Έχω να πιάσω λεφτά απάνου μου απ’ τη στιγμή που με μοιράνανε … οι Τρεις Χάριτες! 

– Και πώς οι τσέπες σου είναι σαν εγκυμονούσες;

– Χο, χο, χο, βροντογέλασε ο Αραμπάς. Δαύτα τα εξογκώματα, που ατηράτε, δεν είναι μήτε τάλαρα μήτε κανένα πορτ μονέ. Είναι οι απολήξεις … χρόνιας στηθοκατρακύλας!  

====

Μπήκανε ντερβισάτα μέσα στο κέντρο, που ήτανε πατείς με, πατώ σε …

Η Ερνούλα ενοχλήθηκε απ’ το μπουχαρέ και το ντουμάνι.   

– Τι γυρεύουμε ’μεις σ’ αυτό το καταγώγιο; 

– Θα συνηθίσει το μάτι σας μανδάμ, μειδίασε το γκαρσόνι.

– Δε με χωρά ο τόπος! Πα να φύουμε, Βαγγέλη … 

– Ρε μια ζοχάδα σήμερις, μουρμούρισε έξω φρενών ο Ζεβανζέλ στο Θράσο …

– Άστηνα, ρε πατέρα, την κυκλοθυμικίανε …

Η Ερνούλα κάτι ανθίστηκε και τράβηξε το μανίκι του Ζεβανζέλ.

– Εσύ είσαι ο ραδιούργος! 

====

Οι απαιτήσεις των ανθρώπων εκείνου του καιρού, μιλάμε για τα τέλη της δεκαετίας του ’50, ήτανε περιορισμένες έως ανύπαρκτες στον τομέα της ψυχαγωγίας. Μεροδούλι, μεροφάϊ, ο κοσμάκης αρκούταν σε κανένα σινεμαδάκι με γκανγκστερικά έργα ή καμπόγια, ένα γλυκό τις Κυριακάδες στου Λατίνα ή κανένα πιάτο με καυτούς λουκουμάδες στου Δαλέζιου ή του Φρέρη, σουλάτσα με τις ώρες στην παραλία ίσαμε το Λιμεναρχείο ή στην πλατεία υπό τους ήχους της δημοτικής μπάντας, καθώς και στις ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις στο στρατιωτικό γήπεδο. Στα διάσπαρτα ταβερνάκια σπανίως συνοδεύανε τους συζύγους οι γυναίκες τους ή τα παιδιά τους.

Εκεί σερβίρανε μαζί με το κρασί στο μαστραπά, που έμοιαζε με … ανάλυση ούρων, τίποτα ελίτσες, σαλαμάκι, τυρί της … διαφάνειας, κανένα ρηχό πιάτο φάβας, καθώς και βακαλάο στο ξαρμύρισμα για τρία βράδια!

Στα λιγοστά κοσμικά κέντρα, που διαθέτανε ορχήστρα, το μενού περιελάμβανε ψητό κατσαρόλας, κιοφτέδες σκορδάτους, μπιφτέκι μόσχου, άντε και καμιά μακαρονάδα του κιμά … Προκειμένου όμως να γλεντήσεις σ’ αυτά τα κουτούκια, θα έπρεπε να βάλεις αμανάτι … την οικοσκευή σου ή να πας να δανειστείς απ’ τον τοκογλύφο της γειτονιάς!

Εκεί, διάφοροι μπουζουξήδες, βήτα διαλογής, βαράγανε αμανέδες της λιανής μαγκιάς, ενώ η ντιζέζ με τους χαλκάδες και τα μπακίρια της έσειε το ντέφι της άδοντας μυτοκαμπανάτα! Σε κάθε είσοδο κέντρου, επικρεμάμενη ταμπελίτσα έγραφε: «Πλούσιον ρεπερτόριον τραγουδιών, κέφι, χορός, ξεφάντωμα μέχρι πρωίας. Τιμαί προσιταί».                            

====

Στο κοσμικό κέντρο «Σουρωμένο Φεγγάρι», που πιο παλιά ήταν αποθήκη χωρίς ανοίγματα εξαερισμού, η όλη ατμόσφαιρα εντός της σάλας προξενούσε στους θαμώνες αίσθημα κλειστοφοβίας και τάσεις απόδρασης!

Οι τοίχοι διαποτισμένοι υγρασίας είχανε πιάσει πάνω τους … σαμιαμίδια! Τα τραπέζια καλύπτονταν από καρό ασπροκόκκινα τραπεζομάντηλα, στα πλακάκια του δαπέδου επέπλεε πριονίδι και πάνω απ’ το πάλκο δέσποζε ένα φωτόχυτο πορτοκαλί ηλεκτρικό φεγγάρι … εν κραιπάλη μέθη!

Εφόσον το κέντρο δε διέθετε γκαρνταρόμπα, τη λύση έδιναν παραλληλό-γραμμες πτυσσόμενες ξύλινες κρεμάστρες ή … κουτσοί καλόγεροι για τα πανωφόρια και τα καπέλα του κοινού.

Ως ντεκόρ και διακόσμηση η διαχείριση του κέντρου είχε αναρτημένες στους τοίχους, πάνω απ’ το ξύλινο μπαγδατί, διαφημιστικές αφίσες, όπως για παράδειγμα: «Μπύρα Φιξ», «Κονιάκ Μεταξά», «Καφές Δρίζος», «Φυτίνη Ελαΐς», καθώς και εικόνες Ρήγα Φεραίου, Αθανασίου Διάκου, Καραϊσκάκη και Παλαιών Πατρών Γερμανού.

Τέλος, ο φωτισμός ήταν άπλετος και σκληρός με σωληνωτές λάμπες φθορίου σε υπόλευκο ή υποκίτρινο χρωματισμό, όπου πέριξ τους πετούσαν ανέμελα έντομα παντός είδους της εντόπιας πανίδας!

Σε επιλεγμένη γωνιά της σάλας διασκεδάσεως είχε διαμορφωθεί ένα πάλκο τετραγωνικού σχήματος, αποτελούμενο από άδεια κιβώτια αναψυκτικών, το οποίο κάλυπτε ψευδοροφή με πλαστικούς βότρυες και εκατέρωθεν υπήρχε κάλυψη με ριντό φθαρμένης μουσελίνας χρώματος τιρκουάζ ως το έδαφος, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση σκηνικού χώρου …

Πάνω στο πάλκο, που σκέπαζε χράμι φτηνιάρικο είχαν τοποθετήσει, πίσω απ’ το μικρόφωνο, διπλή σειρά καρεκλών ξύλινων με ψάθα και φουσκωτά κεντητά μαξιλαράκια … ελαφρώς ξεφτισμένα … Στη μεσιανή μπροστινή καρέκλα καθότανε πάντοτε η αοιδός με το ντέφι, δορυφορούμενη από μουστακαλήδες άσους της διπλοπενιάς και στην πίσω σειρά ο κιθαρίστας, ο ακορντεονίστας και ο ντράμερ συνέβαλαν στη μουσική πανδαισία!                          

====

Αξιολογώντας έναν μπουζουξή από επαγγελματικής απόψεως, αλλά και μάγκικης αισθητικής, όφειλε αυτός, προκειμένου να γίνει αποδεκτός στο ευρύ κοινό να διαθέτει αξιοπρεπή λαϊκή εμφάνα και … βεβαρημένο ποινικό μητρώο!

Σύμφωνα με τα άγραφα νιζάμια της εποχής, εθεωρείτο ασέβεια και έγκλημα καθοσίωσης το ένδυμα το κυριλέ για έναν βιρτουόζο του μπαγλαμά επί παραδείγματι!

Σε ευθυγράμμιση με τους ενδυματολογικούς μπουζουκοκανόνες του ταραφιού, επιβαλλόταν διά ροπάλου: καβουράκι χαβουζάτο, χταποδοφωλιά στη γκλάβα και τραβηγμένο λοξά ως το αφτί. Ζουνάρι μάλλινο πεντάστροφο με το … σιδερικό του στην από μέσα! Η φράντζα της μαλλούρας να καλύπτει αφελώς το μάτι το ένα. Στο ους το πούλουδο ημέρας αποτελούσε κανόνα πάγιο και θεσμοθετημένο. Ο μύσταξ αδρός και κατωτσιγκελάτος, το δε μπεγλέρι χοντρόχαντρο με δεκαπέντε χάντρες και φούντα. Το χέρι, που δαχτυλοπετούσε στα ψιλά τέλια της ταχέρας όφειλε απαραιτήτως να κοσμείται με δαχτυλίδια τέσσερα της γυφτιάς, ενώ το γδυμνό μικρό δαχτυλάκι απέληγε σε νυχάκι μακρύ και αλφαδιασμένο στον ορθό αχταρμά!                    

Ο ρουχισμός ενός παραδοσιακού λαϊκού οργανοπαίκτη ήταν ο ακόλουθος:

Υποκάμισον λευκόν μεταξωτόν και ρεγιόν με μυτερό γιακά και ανοιχτό τέσσερα κομβία τουλάχιστον, προς επίδειξη στέρνου τριχωτού ή κλειστός γιακάς με γραβατάκι της σπιθαμής, όπως και γελέκι σκούρο φτηνής ερέας έμπροσθεν και σατέν όπισθεν, έχοντας ως αξεσουάρ καδένα ιμιτασιόν πυκνοχαλκαδάτη άνευ ωρολογίου, καθώς και πελετζίκια ασημιά στις μανσέτες.

Το παντελόνι τζογέ, να περισσεύουν πέντε πόντοι για την τσάκα και το πατούμενο μονόφιδο με τακούνι αψηλό και μεταλλική αγκράφα στο πλάι για μόστρα!

Οι βαριοί αυτοί οργανοπαίχτες είχαν αδιαπραγμάτευτο το σεφερτιλίκι τους, που υπαγορευόταν από αυστηρούς άγραφους κανόνες. Έμπροσθεν του πάλκου υπήρχε ένα σκαμνί, που κάλυπτε κυανός σιλτές και πάνω του τασάκια δύο προς … γοποσβήσιμο, όπως και τενεκεδοκούτι με σχισμή, δίκην κουμπαρά, προς φύλαξη της χαρτούρας, που αποφέρανε οι παραγγελιές, οι οποίες γράφονταν σε χοντρό κιτάπι με απολειφάδι μολυβιού, όπου ο πρωτομάστορας της πενιάς σημείωνε κατ’ αυστηρή προτεραιότητα τις ασματικές επιθυμίες των γλεντζέδων!             

====

Τους τοποθέτησαν, τιμής ένεκεν, σε πρώτο τραπέζι πίστας! Ο Θράσος ο ίδιος είχε επιμείνει σθεναρά επ’ αυτού. Από τα πέριξ τραπέζια τους υποδέχτηκαν με φωνές ενθουσιασμού μέσα στη χλαλωή και στο νταντανά που επικρατούσε. 

– Μάστρο Βαγγέλη, είσαι ένας μπον – βιβέρ! Κόπιασε να πιούμε ένα …

Αυτός μη μπορώντας ν’ ακούσει τι του λέγανε έπαιρνε τα λόγια τους για ευχές και ανταπέδιδε …    

– Φχαριστώ, καλό δέξιμο απ’ τα παιδιά σας να ’χετε και ό,τι λαχταρά η ψυχή σας …

Παράλληλα, τους έδειχνε και την Ερνούλα χαριτολογώντας …  

– Από δω … ο Εσατζής!

– Πότε … την έβγαλες απ’ το κλουβί, μάστορα; Χα χα χα! 

– Έπρεπε να την απεράσεις πρώτα … ένα χέρι αστάρι …

Προτού καθίσουνε ο Θράσος όρμηξε να καπαρώσει καρέκλα, που να ’χει βιζαβί την τραγουδίστρια! Αμ δε! Αμέσως ένιωσε το βαρύ χέρι της μέλλουσας πεθεράς του να τον αδράχνει απ’ το γιακά…    

– Σήκω αμέσως, κακοψύχι νά ’χεις, που μου στρογγυλοκάθισες … Προηγούνται οι κυρίες, ανάγωγε!  

– Θέλω να έχω μια πανοραμική θέα, μητέρα …

– Εμένανε να κοιτάς … για τιμωρία!  

====

Εντός ολίγου χαροστήθηκε από πάνω τους ο μετρ με το μπλοκάκι και με το μολύβι υποκλινόμενος ευρωπαϊκά και κρύβοντας τεχνηέντως τη λίγδα κάτω απ’ το μανίκι του!  

– Περικαλώ;

– Φέρε μου ρε, μια λακέρδα με λαδόξιδο, διέταξε ο Αραμπάς, καθώς έβγαζε ένα κακάδι απ’ τη μύτη του …   

– Εγώ καλέ, θα ’θελα μια σκέτη από γιουβέτσι, αν σας περισσεύει, ψέλλισε συνεσταλμένα η Ευδοξία, για να μην ξοδιάσει τον άντρα της …

Ο Θράσος πριν παραγγείλει ρώτησε το γέροντα.    

– Σας αρέσει η νεφραμιά, πατέρα;

– Θα προτιμούσα κατιτίς της ώρας, πρόσθεσε ο Ζεβανζέλ, δένοντας ρινόμακτρο ριγέ στο λαιμό του …  

– Βαγγέλη, σκάβεις το λάκκο σου με τα δόντια σου, παρατήρησε η Ερνούλα, που προτίμησε κουνουπίδι ογκρατέν, καθώς έπασχε από νευρική ανορεξία … 

– Φέρε τι θα φέρεις, διέταξε ο Θράσος, νιώθοντας το στομάχι του να γουργουρίζει …

Ο μετρ χαμογέλασε χασαπίσια και δήλωσε: 

– Ο σεφ συνιστά καλαμαροχτάποδα και κιοφτέδες κρομμυδάτους. Έχουμε σφάξει δε και αμνοερίφια … Είμαι όλος αφτιά, κύριε Θράσο …  

– Σάλιωνε βολύμι και γράφε: Χοιρινό με απίδι αυγολέμονο, αμελέτητα ριγανάτα, γλυκάδια τηγανιά, κάνα σουτζουκάκι σμυρνέϊκο εχ νωπού μόσχου, χταποδοπλόκαμα ξιδάτα, τίποτις κεμπάπια, ξέρεις εσύ, στηθούρι αμνού στη γάστρα, σφυρίδα πλακί αν έχεις, πρόστεσε και σαλτσούλα, καρδιά μαρουλιού τεμαχηδόν, τρία φιλέτα σενιάν καψαλισμένα στο τσακμάκι και καμιά συκωταριά με τα γλυκάδια της …     

– Κάνε και λίγο κράτει, λιβελούλα να σε φα, τον σκούντηξε η Ερνούλα. Λεβίθα στα άντερα έχεις πια και κατεβάζεις τον αγλέουρα; 

– Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, μητέρα. Να φάμε να την πετσώσουμε …

– Καλά, βρε συ Ερνούλα, δεν εντρέπεται ο γαμπρός σου τέλος πάντων; της κλάφτηκε στο αφτί η Αραμπάδενα …

– Τι να τον κάνω, Βδοξία μου, που χλαπακιάζει σαν γλαρόνι;

– Και μεις μεροκαματιάρηδες αθρώποι είμαστε, Ερνούλα. Δεν τυγχάνουμε τίποτις μπρούκληδες … 

– Από κρασί τι προτιμάτε; Έχουμε και της μποτίλιας, ξέρετε …  

– Ρίξε ένα μαστραπά από κείνο το σώσμα το παριανό, που ήπια ψες και ήρχα στα γράδα μου … 

– Μα ’στα, κύριε Θράσο … 

====          

Ο μετρ θα έπρεπε, ως είθισται, να φέρνει δείγμα κρασιού να δοκιμάζουνε οι πελάτες πριν παραγγείλουνε. Όμως εδώ συνέβαιναν παράδοξα πράγματα! Άπλωνε, αίφνης, το χέρι του ο μετρ με το ποτηράκι και του το γιόμιζε ξέχειλα το γκαρσόνι. Ακολούθως το ’βαζε στο στόμα του και … το ρούφαγε μέχρι ρανίς!      

– Μμμμ! Θεϊκός οίνος!

Μετά … κάνανε τράμπα και έπινε ο βοηθός.

Αχχχ! Αυτό είναι μπάλσαμον! Εβίβα …

– Αλά βοτρ …

Κατ’ αυτό τον τρόπο πίνανε οι δυό τους τουλάχιστον ένα μισόκιλο σε βάρος του πελάτη, παριστάνοντας … τους σομελιέ!

– Εξαίρετον απόσταγμα, οίνος ξηρός, επιτραπέζιος, αποφαινόντουσαν.

– Να σας φέρουμε άλλο ένα μισόκιλο … να πιούμε;

Και όντως! Εντός ολίγου κατέφθασε καράφα έτερη, ρετσίνα Μεσογείων τώρα. Ο Θράσος βλεφάρισε το κρασί πριν δοκιμάσει.   

– Μουχρό μου φαίνεται. Ήπιε δυό – τρεις γουλιές και έφτυσε.

– Σκέτη ρετσινολάσπη είναι! Α, πάρτε το από δω, ρε …

====

Το πρόγραμμα ξεκινούσε πάντα με ελαφρά μουσική, για να μην … αγριεύονται οι θαμώνες.

Ο γκραντκασίστας, ο ακορντεονίστας, ο κιθαρίστας και ένας τραπεζοκόμος μικρός πήρανε τις θέσεις τους στο πάλκο …

Πρώτα εμφανίστηκαν ο Γιάννης ο Απέρπας και ο Σπέρκας ο ψαράς, που άδανε ρετρό ρεπερτόριο, έναντι μακαρονάδας αλάδωτης μέσα σε γενική θυμηδία! Ακολούθως κάποιος ανιματέρ της συμφοράς είπε δυό σαχλά ανέκδοτα, που δε γέλασε ούτε ο ίδιος!

Στη συνέχεια έφτασε η σειρά του Μίλτου, ο οποίος ήταν αμιγώς ντυμένος λάτιν με σομπρέρο και μπατανία με κρόσσια στον ώμο, που τραγούδησε το «κανγκασέϊρο» στεντορίως και ευκρινώς!           

====

Πολλά ζευγάρια σηκώθηκαν να χορέψουνε στην πίστα. Ανάμεσά τους και ο Αραμπάς με την Ευδοξία, που άρχισαν να λικνίζονται «τσικ του τσικ» στους αισθαντικούς ήχους ενός αρτζεντίνικου τανγκό των Λος Λεχρίτος …     

– Κε μπονίτος όχος τιένε …

Ο χαχόλος ο Αραμπάς έσφιξε στην αγκαλιά του την Ευδοξία πέραν του δεόντως. 

– Θα φάω όλα τα λεφτά μου απόψε … για σένα σκύλα! 

– Μη βρε, ανατριχιάζω …

Ο Θράσος μη χάνοντας χρόνο σηκώθηκε όρθιος και έκανε βαθιά υπόκλιση στην πεθερά του, για να … της ρίξει στάχτη στα μάτια.  

– Μου επιτρέπετε να σας χορέψω, μητέρα;

– Πρόσεξε, δε σηκώνω αστεία! Θα σου αμολύσω ρώσικη σαλάτα …

– Δοθείσης της ευκαιρίας έλεγα μήπως …

– Άμα πάμε στο σπίτι … θα σε χορέψω εγώ!

Πέρασε από το τραπέζι τους ο χοντρός φυστικοπώλης.

– Και μονά – ζυγά παίζω …

Έπαιξε για το καλό ο Θράσος και έχασε ένα δεκάρικο. 

– Δεν πειράζει, πατέρα, εγώ κερδίζω στην αγάπη, ψιθύρισε κοιτάζοντας προς το παραβάν, όπου ετοιμαζότανε να εμφανιστεί η ντιζέζ.

Μόλις σταμάτησαν τα κλαπατσίμπαλα καταφτάσανε και τα αχνιστά εδέσματα …  

– Ντερλικώστε κατά βούληση, παρότρυνε τους συνδαιτυμόνες του ο Θράσος. Πλερώνει ο κύριος Αραμπάς από δω ως γνωστόν …

Μετά στράφηκε στο σερβιτόρο …   

– Να μου προσκομίσεις ψαρονέφρι γωνία, συνοδευόμενο από ένα κιλό αρετσίνωτο άμα τη επιστροφή. Σβέλτα … και μας πιάσανε …

– Πληγούρι κατοχικό να του φέρεις και πολύ του πέφτει, κόαξε η Ερνούλα, φτύνοντας τον κόρφο της!

Ο Αραμπάς ως αμφιτρύων εγέρθηκε για την πρόποση … 

– Αφιγιέτ ολσούν! Μετά στράφηκε στην Ερνούλα …

– Ευλόγησον, δέσποτα …

– Τσιν τσιν, πάντα τέτοια, πετάχτηκε ο Θράσος και άρχισε να τσουγκρίζει ποτήρια θορυβωδώς …   

– Κοίταε πώς ζάνε οι αθρώποι, τους μακάριζαν απ’ τα γύρω τραπέζια. Πέσανε όλοι στο φαγοπότι υπό τους διακριτικούς ήχους της ορχήστρας. Ο Θράσος παρά λίγο να φάει … και το τραπεζομάντηλο!

Καθώς μάσαγαν η Ερνούλα έριξε μια ανήσυχη ματιά στον άντρα της …  

– Σίγουρα … δε θα πληρώσουμε, Βαγγέλη;

– Τρώε κι έννοια σου …

====

Ακούστηκαν παρατεταμένα παλαμάκια και σφυρίγματα επιδοκιμασίας, καθώς τα βαριά τέλια καταλάμβαναν τις θέσεις τους. Στο μπουζούκι ήτανε ο Σώτος ο Κελαηδίστρας, λαιμοκαρυδάτος με τις κολοκοτρωνέϊκες μουστακοουρές και τα δεκατρία έτη ένσημο στις … αγροτικές της Τίρυνθας! 

Θεωρούνταν αυθεντία στη διπλοπενιά καίτοι αριστερόχειρ!

Το μπουζουκάκι του είχε αντί για τάστα κοκκάλινα, … άντερα των θυμάτων του και ως δάσκαλος του οργάνου γνώριζε όλους τους «δρόμους» παιξίματος, ήτοι: το σαμπάχ, το νιαβέτι, το χερτζάζ, το χουζάμ, το χουσεϊνί, το κιουρτί, το σιίρφ χιτζιαστιάρ, το ράστι και το σετ αραμπάν!

Τον τζουρά τον βάραγε ο Τσίτουρας ο μεγαλοκοτσιδάτος, ο ξολοθρευτής, με τη μουστάκα την τσιχλεβέντικη! Φόραγε υποκάμισον ερυθρού χρώματος, ανοιχτό στο κουμπί το ένα, λελεμεκέ εύοσμο στο αφτί το αριστερό και στο πέτο του σακακιού έφερε πένθος, έτσι για ρεκλάμα και μόνο! Αυτός κούρδιζε στο καραντουζένι τα ψιλά τέλια και άφηνε λίγο λάσκα τη μουργκάνα.

Ο Τσίτουρας με τ’ όνομα, αν και αρκουδοειδής τύπος και δασύτριχος, διέθετε ψιλή φωνούλα, σχεδόν καστράτο! …

Το μπαγλαμαδάκι τέλος, κάντε βαθιά υπόκλιση, το μανουβράριζε ο μέγας Μίμης ο Νιάου, ο αετονυχάτος και προσφάτως αποφυλακισθείς. Και τούτος έφερε γελέκι σκρικό, σταυρωτό και στο ενεργητικό του έγραφε εφτά φόνους και δέκα σατυριάσεις, έτσι για να κρατά τη φήμη και το ίρτζι του!              

====

Μετά τα κουρδιστικά και τα ταξίμια πιάσανε ένα βαρύ ισοβίτικο του Μάρκου, που κανείς δεν τόλμησε να το χορέψει!   

– «Φωτιά μεγάλη μ’ άναψες, βρε άτιμη γεναίκα,

   μόλις θα βγω απ’ τα σίδερα … θα σφάξω άλλους δέκα …».  

– Ασφυκτιώ εδώ μέσα, διαμαρτυρήθηκε η Ερνούλα. Πάμε αμέσως να φύγουμε Βαγγέλη …  

Ο Ζεβανζέλ όμως τουφάριζε μ’ ένα νοικοκυρίσιο ροχαλητό … Αντιθέτως, ο Θράσος δείχνει να το απολαμβάνει …  

– Νογάς, αγαπητέ σύνδειπνε, λέει εμπιστευτικά στον Αραμπά, τι εστί Τσίτουρας; καθώς πίνουνε κι οι δυό τους σε πνεύμα σύμπνοιας.  

– Δε διαθέτω τας απαιτούμενας γνώσεις, ομοτράπεζε … 

– Χρειάζεσαι σεμινάριο! Ο Τσίτουρας είναι κληρούχας του Ανεστακιού του Δελλιά και το ασήκωτο άσμα «Τη νταμίρα, τη νταμίρα μου την έμαθε μια χήρα», με τα χεράκια του έγραφε! Πρόκειται περί παλαιού τσικιρικιτζή με κύρος στον σιλελέ!     

– Απίστευτον! Και δεν του στήσανε ακόμα άγαρμα στην πλατέα; 

– Είχανε αρχενέψει να του λαξεύουνε, τη φάτσα, αλλά στο τέλος ξεμείνανε … από μάρμαρο!

====

Τ. Κυριτσόπουλος

 

Έπεται συνέχεια

 

Στο περίφημο ζαχαροπλαστείο του Φρέρη, επί της οδού Ερμού, όλοι οι Συριανοί τρέχανε ν’ απολαύσουνε τους σοροπιαστούς λουκουμάδες με τη μπόλικη κανέλα,

όπως και το εξαίσιο παγωτό – χωνάκι του μηχανήματος.