Ένας εν ζωή «Άγιος»
23 Μαρτίου 2025
Στέλιος Καζατζίδης
23 Μαρτίου 2025

Στην Εκθεση “Τέχνη σε Χρυσό”

 

 

 

 

 

«Τέχνη σε χρυσό»

Επίσκεψη – Ξενάγηση του Συνδέσμου Συριανών στην Εκθεση

 

Το κόσμημα στους ελληνιστικούς χρόνους

Κείμενο – φωτογραφίες: Χρήστου Θανόπουλου

Το Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2025, τριάντα τέσσερις μέλη και φίλοι του Συνδέσμου Συριανών, παρακολούθησαν ξενάγηση στην Έκθεση «Τέχνη σε χρυσό. Το κόσμημα στους ελληνιστικούς χρόνους», στο Μουσείο Μπενάκη, στο Κολωνάκι. Τα εκθέματα προέρχονται  από 30 μουσεία και εφορείες αρχαιοτήτων από την Ελλάδα και πέντε μουσεία του εξωτερικού. Ξεναγός μας ο Δρ. Αρχαιολογίας κ. Μάριος Μυλωνάς. Θαυμάσαμε τα ωραιότερα χρυσά κοσμήματα της ελληνιστικής εποχής, μοναδικά έργα τέχνης, στεφάνια, διαδήματα, περιάμματα, πόρπες, δαχτυλίδια, ενώτια, περιμήρια, κ.α. Ανάμεσα τους τα σημαντικότερα κοσμήματα από τον θησαυρό του Καρπενησίου (44 χρυσά γυναικεία κοσμήματα 3ου και 2ου αι. π.Χ., υψηλής καλλιτεχνικής αξίας), προερχόμενα από τις συλλογές του Μουσείου Μπενάκη και του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, αλλά και γυναικεία κοσμήματα από τάφο στο Χαφτασάν του δυτικού Ιράν, 150-100 π.Χ., (Συλλογή Αρχαιοτήτων Κρατικών Μουσείων Βερολίνου), όπου επιβιώνει η ελληνιστική παράδοση του βασιλείου των Σελευκιδών σε συνδυασμό με τις τοπικές συνήθειες. Η έκθεση πλαισιώνεται από αγγεία, πήλινα και μαρμάρινα αγαλματίδια, πλαγγόνες, εργαλεία κοσμηματοποιού από επανθρακωμένο σίδηρο, χαλκό, με προέλευση τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη του 2ου αι. π.Χ., σύγχρονες δημιουργίες  εικαστικών (Peter Bauhuis, Άκη Γκούμα, Patrick Davidson, Αναστασίας Κανδαράκη και άλλων) εμπνευσμένων από τα κοσμήματα του Μουσείου Μπενάκη. Σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο προβάλλεται βίντεο ανακατασκευής τμημάτων ενός βαρύτιμου διαδήματος, αποτέλεσμα πολύχρονης μελέτης και πειραματισμών του κοσμηματοποιού και μελετητή αρχαίων τεχνικών Άκη Γκούμα.             

Μετά τις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ένας νέος κόσμος αναδύθηκε, η αχανής ελληνιστική οικουμένη (323 – 30 π.Χ.). Ο άφθονος χρυσός των Περσών βασιλέων κυκλοφόρησε ευρέως στη δύση. Η επικράτηση της μοναρχίας στα πολυεθνικά και πολύγλωσσα βασίλεια των Επιγόνων περιορίζει την ανάμειξη των πολιτών στα κοινά. Κυρίαρχη αξία καθίσταται το κυνήγι του πλούτου και της κοινωνικής ανόδου, με αποτέλεσμα την ανάδειξη μιας αριστοκρατίας αστών που μονοπωλούσαν την εξουσία. Η κοινωνική ανισότητα, σε συνδυασμό με τις επεκτατικές τάσεις των βασιλέων, οδήγησε σε εξεγέρσεις και συγκρούσεις, προλειαίνοντας το έδαφος της ρωμαϊκής επέκτασης, τον 2ο και 1ο αι. π.Χ. στον ελληνιστικό κόσμο.

Η ελληνιστική κοσμηματοτεχνία, δίχως τη χρήση μεγεθυντικών φακών, με τη συρματερή τεχνική και τον κοκκιδωτό διάκοσμο, αγγίζουν τα όρια του εφικτού. Η τεχνική της έκκρουστης πίεσης εφαρμόστηκε πλέον και σε μικρά, περίτεχνα κοσμήματα. Η συχνή χρήση μητρών, εσώγλυφων και εξώγλυφων, συνάδει με την επαναληπτικότητα των θεμάτων της αχανούς ελληνιστικής οικουμένης.

Οι μοναρχικοί κύκλοι και αριστοκράτες έχουν έντονη την επιθυμία επίδειξης πλούτου μέσω της «μπαρόκ» αισθητικής και της σκηνοθετημένης υπερβολής της μικροτεχνίας. Η εμβληματική εμφάνιση του μακεδονικού «ηράκλειου κόμβου» σε διαδήματα και περιδέραια, εξυπηρετεί την πολιτική ιδεολογία της εποχής, της καταγωγής δηλαδή των Μακεδόνων βασιλέων από τον Δία, γιος του οποίου είναι ο Ηρακλής. Ο τελευταίος αποτελούσε ισχυρό ηγεμονικό πρότυπο αρετής για τα μέλη του μακεδονικού βασιλικού οίκου. Ο ηράκλειος κόμβος είναι γνωστός στην Αίγυπτο από τη 2η χιλιετία π.Χ. και αποτελείται από δύο αντιθετικά συμπλεκόμενες θηλειές, τον γνωστό στη ναυτική ορολογία σταυρόκομπο. Αφορμή για την ονομασία του έδωσε η συχνή απεικόνιση του Ηρακλή στους αρχαϊκούς χρόνους, που έχει δεμένα τα μπροστινά πόδια της λεοντής με τέτοια πλοκή. Ως «δεσμός» διατηρεί τις φυλακτικές και ιαματικές του ιδιότητες, που έχουν από παλιά ριζώσει στη λαϊκή πίστη.

Τα χρυσά στεφάνια στεφανώνουν μέλη εύπορων και αριστοκρατικών οικογενειών σε: συμπόσια, θρησκευτικές τελετές, επίσημες-διαβατήριες τελετές (όπως γάμο, ενηλικίωση, ταφή), βραβεύσεις ευεργετών και νικητών σε αθλητικούς αγώνες. Επίσης χρησιμοποιούνται στο στολισμό αγαλμάτων και ως αναθήματα σε ιερά. Αντιγράφοντας τα φύλλα πραγματικών φυτών μυρτιάς, βελανιδιάς, ελιάς, δάφνης, κισσού, τα χρυσά στεφάνια στο δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ., ήταν εντελώς φυσιοκρατικά. Από τον 3ο αι. π.Χ. οι συνθέσεις έγιναν απλούστερες. Χρυσά στεφάνια συνοδεύουν νεκρούς, άνδρες ή γυναίκες. Η  βελανιδιά είναι συνδεδεμένη με τον Δία, η μυρτιά με την Αφροδίτη, η ελιά με την Αθηνά και ο κισσός με τον Διόνυσο. Η επιλογή κάποιων φυτών ενδεχομένως σχετιζόταν με τη θρησκευτική κοινότητα στην οποίαν ανήκαν οι νεκροί.

Τα χρυσά διαδήματα, με μακρά παράδοση στον ελλαδικό χώρο από την 3η χιλιετία π.Χ., στολίζουν το κεφάλι, βασιλέων, θεοτήτων, ιερέων, σε γάμους και είναι καθιερωμένα κτερίσματα νεκρών. Διαμορφωμένα από λεπτά ελάσματα, είχαν σχεδόν αποκλειστική ταφική χρήση έως το δεύτερο του 4ου αι. π.Χ., όταν στους τάφους εμφανίστηκαν διαδηματικά κοσμήματα που θα είχαν φορεθεί και στη ζωή.

         Τα περιάμματα (από το ρήμα περιάπτω=προσδένω), διαγώνια ή χιαστί στον κορμό, πάνω από το στήθος, στολίζουν το σώμα, σε θνητές, θεές παρθένες ή σχετικές με το γάμο θεότητες, και περιλαμβάνονται στο στολισμό της νύφης. Έλκουν τις αγαθές δυνάμεις ή προφυλάσσουν από κακή επιρροή. Θα πρέπει να νοηθούν ως φυλακτά, διακριτικά παρθενίας ή ακόμη και ως μέσα περιορισμού του σώματος πριν από το γάμο. Τα περιμήρια ανήκουν στα κοσμήματα που σηματοδοτούν τη μετάβαση της κόρης στον έγγαμο βίο, τα οποία συναντώνται και ως αναθήματα σε ιερά, νεαρών γυναικών στο κατώφλι της ενηλικίωσης.

Το ελληνικό κόσμημα αποκτά κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. Εμφανίζονται με ένταση θέματα που σχετίζονται με τον κόσμο της Αφροδίτης και του Διονύσου. Σημαντική είναι και η εισροή στοιχείων από ανατολικές και αιγυπτιακές λατρείες. Κρεμαστά στοιχεία στολίζουν διαδήματα, περιδέραια, ενώτια, όπως Έρωτες, Νίκες, Σφίγγες, Σειρήνες, θεότητες, μικροσκοπικά συμπλέγματα, πτηνά, πυραμιδοειδή ή λεμβόσχημα στοιχεία. Συχνά απεικονίζεται η πάλη Έρωτα και Ψυχής, για να αναδειχτούν οι διακυμάνσεις που περνά μια ερωτική σχέση. Η κόσμηση της κόμμωσης με πλέγματα, σφηκωτήρες και περόνες, αποκτά νέα δυναμική. Κεφαλές ζώων ή μιξογενών πλασμάτων κοσμούν τις απολήξεις περιδεραίων, σκουλαρικιών και βραχιολιών. Σε περικάρπια, περιβραχιόνια και δακτυλίδια κυριαρχεί η μορφή του ολόσωμου φιδιού, επηρεασμένη ίσως από αιγυπτιακά φιδόμορφα σύμβολα. Στα δακτυλίδια, αρκετά με ένθετους σφραγιδόλιθους, παρελαύνουν προτομές ηγεμόνων, θεοί, άνθρωποι, ζώα, φανταστικά όντα, μυθολογικές σκηνές.

Τα κοσμήματα στα ιερά στόλιζαν λατρευτικά αγάλματα ή φυλάσσονταν σε ειδικούς χώρους, αποτελώντας την κινητή περιουσία του ιερού. Η επιλογή συγκεκριμένου εικονογραφικού θεματολογίου σε κοσμήματα υποδεικνύει ιερατικό αξίωμα, ενώ ενεπίγραφα χρυσά ελάσματα προσδιόριζαν στο επέκεινα την ταυτότητα των μυημένων σε μυστηριακές λατρείες. Η απεικόνιση θεοτήτων σε χρυσό ή ένθετους ημιπολύτιμους λίθους, συνδέεται με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του κατόχου και με τους βαθύτερους συμβολισμούς της θεότητας.

Οι άωροι ή ωκύμοροι ή πρόμοιροι νεκροί (πολύ μικρά παιδιά, ανύμφευτοι άνδρες, παρθένες, μελλόνυφες ή νεόνυμφες), αποτελούσαν ειδική κατηγορία στην ελληνιστική περίοδο και ο στολισμός τους ήταν δηλωτικός των μελλοντικών ανεκπλήρωτων ρόλων τους. Κοσμήματα αποτροπαικού χαρακτήρα εξασφάλιζαν την ομαλή μετάβαση τους στη χώρα των νεκρών.

Η αισθητική της πολυχρωμίας στα χρυσά ελληνιστικά κοσμήματα, με τη χρήση ημιπολύτιμων και πολύτιμων λίθων, μαργαριταριών, πολύχρωμου γυαλιού και σμάλτου, εμφανίζεται με ένταση στην κοσμηματοτεχνία του 2ου αι. π.Χ., τεκμηριώνοντας τον πλούτο της αριστοκρατίας και την ύπαρξη εμπορικών επαφών. Αχάτες, αμέθυστοι, γρανάτες, σμαράγδια, ίασπις, κορναλίνες, χαλκηδόνιοι, ορεία κρύσταλλος, μαργαριτάρια, από Αφρική  και Ασία, καταγράφουν τους νέους εμπορικούς δρόμους που δημιουργήθηκαν μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου και την ίδρυση πολυάριθμων εμπορικών πόλεων σε στρατηγικά σημεία.

Τα κοσμήματα συνιστούν μια επένδυση οικονομικού κεφαλαίου και σε περιόδους κρίσεων, καταχώνονται, πολλές φορές μαζί με νομίσματα, ως «θησαυροί». Αντανακλούν την ανασφάλεια, που για μεγάλα διαστήματα βίωναν οι κάτοικοι του ελλαδικού χώρου στη διάρκεια του 2ου αι. π.Χ., λόγω των επεκτατικών διαθέσεων της Ρώμης και της σταδιακής υποταγής της Ελλάδος σε αυτήν, αφού προηγήθηκαν πολιτικές ανατροπές και αλλεπάλληλες συγκρούσεις

Στο Stolac της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, το 1977, αποκαλύφθηκαν 245 αντικείμενα, βάρους 34 κιλών, σιδερένια και χάλκινα εργαλεία κοσμηματοποιού, για τη διαμόρφωση συρμάτων, μήτρες για την παραγωγή εξαρτημάτων σκουλαρικιών (ενωτίων) ή περιδεραίων από μεταλλικά ελάσματα, αμόνια, σφυριά, ημίεργα και ολοκληρωμένα κοσμήματα που δεν είχαν ακόμη διατεθεί.  Ο κάτοχος τους τα έθαψε λόγω σοβαρού επικείμενου κινδύνου, κοντά στα οχυρωματικά τείχη της ελληνιστικής ακρόπολης, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ εκεί.  Η ανακάλυψη του «θησαυρού» προσέφερε σημαντικά τεκμήρια στην κατανόηση των τεχνικών και των δυσκολιών της ελληνιστικής κοσμηματοτεχνίας.

Η ξενάγηση του Δρ. Μάριου Μυλωνά ήταν εξαιρετική, διανθισμένη με άφθονα ιστορικά, κοινωνικά, θρησκευτικά στοιχεία και πλούσιο εποπτικό υλικό.

Βιβλιογραφία   

-Κείμενα Έκθεσης: «Τέχνη σε χρυσό. Το κόσμημα στους ελληνιστικούς χρόνους», Μουσείο Μπενάκη, από 27/11/2024 έως 27/03/2025

-Ξενάγηση Δρ. Αρχαιολογίας Μάριου Μυλωνά

-benaki.org

IMG_9057
IMG_7175
IMG_7204
IMG_7209
IMG_7223
IMG_9015
IMG_9034
IMG_9054
previous arrow
next arrow